Ρίγανη

Origanum vulgare (Ορίγανο το κοινό).
Η ονομασία ορίγανος προέρχεται από τις λέξεις Όρος και Γάνος (λαμπρότητα, κάλλος, ευφροσύνη). Σημαίνει δηλαδή «αυτό που λάμπει στα βουνά».
Είναι βότανο γνωστό από την αρχαιότητα. Οι αρχαίοι Έλληνες, όπως και οι Αιγύπτιοι, το χρησιμοποιούσαν ως αρωματικό, αρτυματικό και θεραπευτικό φυτό. Έλληνες και Ρωμαίοι αρωμάτιζαν με το φυτό το μπάνιο τους και το χρησιμοποιούσαν στο λάδι του μασάζ. Το θεωρούσαν απολυμαντικό και συντηρητικό. Στον Μεσαίωνα γνώριζαν τις θεραπευτικές του ιδιότητες. Στην Ευρώπη συμπεριλαμβανόταν στα μπουκέτα των φυτών που πίστευαν πως προστάτευαν από την πανώλη και άλλες λοιμώδεις νόσους.
Είναι βότανο με ευρεία χρήση τόσο σε παραδοσιακά ιάματα όσο και στη μαγειρική.
Δρα ως διεγερτικό, εφιδρωτικό, αντισηπτικό, αποχρεμπτικό, εμμηναγωγό και φλογιστικό.
Η ρίγανη έχει αντιβιοτικές ιδιότητες και την κατατάσσουν στα αντιοξειδωτικά φυτά . Σαν διεγερτικό εφιδρωτικό χρησιμοποιείται στη θεραπεία κρυολογημάτων και γρίπης.
Είναι ωφέλιμο και για εξωτερική χρήση σε μολυσμένες αμυχές και τραύματα.
Επίσης, είναι τονωτική για αυτούς που υποφέρουν από αναιμία λόγω έλλειψης σιδήρου. Ανοίγει την όρεξη και διευκολύνει την πέψη.